Αυτές
κήρυξαν μετά σθένους την Ανάσταση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού!!!
Οι επτά Μυροφόρες
Γυναίκες…
Ήταν ημέρα Παρασκευή, παραμονή του Σαββάτου. Κατά το
δειλινό, ο Ιωσήφ, ένα αξιοσέβαστο μέλος του Συνεδρίου, που καταγόταν από την
(ιουδαϊκή πόλη) Αριμαθαία, και περίμενε κι αυτός τη βασιλεία του Θεού, τόλμησε
να πάει στον Πιλάτο και να ζητήσει το σώμα του Ιησού. Ο Πιλάτος απόρησε που ο
Ιησούς είχε κιόλας πεθάνει. Κάλεσε τον εκατόνταρχο και τον ρώτησε αν είχε
πεθάνει από ώρα. Όταν πήρε την απάντηση από τον εκατόνταρχο, χάρισε το σώμα
στον Ιωσήφ. Εκείνος αγόρασε ένα σεντόνι, κατέβασε τον Ιησού, τον τύλιξε μ’ αυτό
και τον τοποθέτησε σ’ ένα μνήμα που ήταν λαξεμένο σε βράχο. Μετά κύλισε ένα
λιθάρι κι έκλεισε την είσοδο του μνήματος. Η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η
μητέρα του Ιωσήφ παρακολουθούσαν πού τον έβαλαν.
Την όλη διαδικασία αποκαθηλώσεως παρακολούθησαν
λιγοστοί άνθρωποι. Η Θεοτόκος, ο μαθητής Ιωάννης, οι δύο ευσεβείς βουλευτές
Ιωσήφ και Νικόδημος, η Μαρία η Μαγδαληνή (σε κανένα σημείο των Ευαγγελίων δεν
φαίνεται πως ήταν παραστρατημένη γυναίκα), η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και του
Ιωσή, και η μητέρα των γιων του Ζεβεδαίου (Μτθ. 27, 55-56). Συνολικά 7 δηλαδή
πρόσωπα. Στη συνέχεια, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιωσήφ
παρακολουθούσαν πού έβαλαν τον νεκρό Ιησού. Είδαν το μνήμα και ότι σ’ αυτό τοποθετήθηκε
ο Αρχηγός της ζωής (Λουκ. 23, 55-56). Ως εκ τούτου άτοπη και ανιστορική
παραμένει η ορθολογιστική άποψη πως δήθεν οι μυροφόρες γυναίκες πήγαν
κατά λάθος, ξημερώματα Κυριακής, σε άλλο τάφο.
Όταν πέρασε το Σάββατο, η Μαρία η Μαγδαληνή και η
Μαρία η μητέρα του Ιακώβου, και η Σαλώμη, αγόρασαν αρώματα, για να πάνε ν’
αλείψουν το σώμα του Ιησού. Ήρθαν στο μνήμα πολύ πρωί την επομένη του Σαββάτου,
μόλις ανέτειλε ο ήλιος. Κι έλεγαν μεταξύ τους: “Ποιος θα μας κυλίσει την πέτρα
από την είσοδο του μνήματος;” Γιατί ήταν πάρα πολύ μεγάλη. Μόλις όμως κοίταξαν
προς τα ‘κει, παρατήρησαν ότι η πέτρα είχε κυλήσει από τον τόπο της. Μόλις
μπήκαν στο μνήμα, είδαν ένα νεαρό με λευκή στολή να κάθεται στα δεξιά, και τρόμαξαν.
Αυτός όμως τούς είπε: " Μην τρομάζετε. Ψάχνετε για τον Ιησού από τη
Ναζαρέτ, το σταυρωμένο. Αναστήθηκε. Δεν είναι εδώ. Να το μέρος όπου τον είχαν
βάλει. Πηγαίνετε τώρα και πείτε στους μαθητές του και στον Πέτρο: ‘πηγαίνει
πριν από σας στην Γαλιλαία και σας περιμένει. Εκεί θα τον δείτε, όπως σας το είπε".
Οι γυναίκες βγήκαν κι έφυγαν από το μνήμα γεμάτες τρόμο και δέος. Δεν είπαν
όμως τίποτα σε κανέναν, γιατί ήταν φοβισμένες» (Μαρκ. 15,43-16,8).
Η ζωντανή πίστη των μυροφόρων γυναικών ήταν εκείνη που
τους παρακίνησε σε πορεία προς τον τάφο του Ιησού, αφού γνώριζαν εξάλλου ότι ο
τάφος ήταν σφραγισμένος και πως τον φυλούσαν οι ρωμαίοι στρατιώτες.
Εφοδιασμένες με αρώματα και μύρα, ξεκίνησαν βαθειά χαράματα της Κυριακής για να
ολοκληρώσουν τις θρησκευτικές τιμές στον νεκρό πνευματικό βασιλέα, αφού την
ημέρα του Σαββάτου δεσμεύονταν από τις ιουδαϊκές τελετουργικές διατάξεις του
Νόμου. Ούτε καν τους περνούσαν από το μυαλό τα λόγια του ιδίου του Κυρίου, όταν
προφήτευσε για την ανάστασή Του τα εξής: «Γκρεμίστε τον ναό αυτόν και σε τρεις
ημέρες θα τον ανοικοδομήσω» (Ιω. 2,19). Εννοούσε φυσικά το σώμα Του και όχι τον
Ναό των Ιεροσολύμων, τον οποίον χρειάστηκαν 46 χρόνια να χτίσουν. Ο
ευαγγελιστής Λουκάς επιπλέον αναφέρει ότι ο ουράνιος Σωτήρας των ανθρώπων
ανέστησε μόνος Του τον εαυτόν Του, αφού «μετά το θάνατό Του παρουσιάστηκε σ’
αυτούς (τους αποστόλους) ζωντανός με πολλές αποδείξεις. Για σαράντα μέρες τους
εμφανιζόταν και τους μιλούσε σχετικά με τη βασιλεία του Θεού» (Πράξ. 1,3).
Βρήκαν όμως με έκπληξη οι γυναίκες την πέτρα κυλισμένη από το μνήμα.
Πλησιάζοντας είδαν έναν λευκοντυμένο άγγελο [σύμφωνα με την ερμηνευτική
θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας, αλλά και του Λουκ. 24, 4 όπου αναφέρονται
δύο άντρες με αστραφτερές στολές], ο οποίος τους γνωστοποίησε την ανάσταση του
Κυρίου και τους έδωσε οδηγίες για τους αποστόλους ότι θα τον συναντήσουν στην
Γαλιλαία. Οι γυναίκες έφυγαν τρέχοντας από το μνημείο, χωρίς στο δρόμο να
μιλήσουν σε κανέναν, ένεκα του θείου τρόμου και της έκστασης που τις
κατείχε.
Εδώ τελειώνει το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, ενώ η συνέχεια
της μεγαλύτερης επανάστασης στα ανθρώπινα και πηγής αφθαρσίας, δηλαδή της
ανάστασης του Χριστού, δίδεται από τα Ευαγγέλια του Ματθαίου, του Λουκά, του
Ιωάννη και από τις Πράξεις των Αποστόλων. Διαβάζουμε λοιπόν ότι οι απόστολοι
έμαθαν για το ελπιδοφόρο και χαρούμενο μήνυμα της Αναστάσεως από τις
Μυροφόρες Γυναίκες. Για τον ζωοποιό τάφο ξεκίνησαν πρώτοι ο Πέτρος και ο
Ιωάννης. Μέσα όμως εισήλθε πρώτος ο έμπειρος και μεγαλύτερος στην ηλικία Σίμων
Πέτρος. Εκεί βρήκαν τις πάνινες λουρίδες στο έδαφος και το σουδάριο με το οποίο
είχαν δέσει το κεφάλι του Ιησού να είναι τυλιγμένο σε μια μεριά χωριστά. Τότε
πίστεψαν συγκλονισμένοι στις πολλές προφητείες της Π.Δ. που λένε ότι ο Μεσσίας
θα ανασταινόταν από τους νεκρούς, σύμφωνα με το σχέδιο του Θεού (Ιω. 20,1-10).
Επειδή λοιπόν αυτές οι γυναίκες κήρυξαν μετά σθένους
την Ανάσταση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και συνέβαλαν κατά πολύ στην αψευδή
διακήρυξη του μεγάλου αυτού Μυστηρίου της Πίστεώς μας, καθιερώθηκε παρά των
Αγίων και θεοφόρων Πατέρων, όπως μετά την Κυριακή του Θωμά, να εορτάζουμε των
Αγίων αυτών γυναικών την μνήμη, διότι,
μετά την Παναγία μας, πρώτες αυτές είδαν τον Χριστό Αναστημένο.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος β’.
Ὅτε κατῆλθες πρός τόν θάνατον, ἡ ζωή ἡ ἀθάνατος,
τότε τόν Ἅδην ἐνέκρωσας, τῇ ἀστραπῇ τῆς Θεότητος, ὅτε δέ καί τούς τεθνεώτας ἐκ
τῶν καταχθονίων ἀνέστησας, πᾶσαι αἱ δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων ἐκραύγαζον. Ζωοδότα
Χριστέ, ὁ Θεός ἡμῶν δόξα σοι.
Δόξα.
Ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ, ἀπό τοῦ ξύλου καθελών, τό ἄχραντόν
σου σῶμα, σινδόνι καθαρά εἰλήσας καί ἀρώμασιν, ἐν μνήματι καινῷ, κηδεύσας ἀπέθετο,
ἀλλά τριήμερος ἀνέστης Κύριε, παρέχων τῷ κόσμῳ τό μέγα ἔλεος.
Καί νῦν.
Ταῖς Μυροφόροις Γυναιξί, παρά τό μνῆμα ἐπιστάς, ὁ Ἄγγελος
ἐβόα. Τά μύρα τοῖς θνητοῖς ὑπάρχει ἁρμόδια, Χριστός δέ διαφθορᾶς ἐδείχθης ἀλλότριος,
ἀλλά κραυγάσατε. Ἀνέστη ὁ Κύριος, παρέχων τῷ κόσμῳ τό μέγα ἔλεος.

