Σήμερα οι
άνθρωποι γυρίζουν γύρω από τον εαυτό τους.
Παλιά στην
πατρίδα μου, στα Φάρασα, έλεγαν: «Αν έχεις καμμιά δουλειά, μην την αφήνεις για
αύριο. Αν έχεις καλό φαγητό, άσ' το για αύριο, μήπως έρθει κανένας μουσαφίρης».
Τώρα σκέφτονται: «Να αφήσουμε την δουλειά, μήπως έρθει κανείς αύριο και μας
βοηθήσει. Το καλό φαγητό, ας το φάμε εμείς απόψε!». Οι περισσότεροι σήμερα
γυρίζουν γύρω
από τον εαυτό τους. Μόνον τον εαυτό τους σκέφτονται. Ας υποθέσουμε ότι βρέχει, γίνεται
κατακλυσμός. Θα δείτε, οι περισσότερες από σάς θα σκεφθούν μήπως έχουν ρούχα
απλωμένα, να πάνε να τα μαζέψουν. Κακό δεν είναι αυτό, άλλα δεν θα πάνε
πιο πέρα. Τα
ρούχα και να βραχούν, πάλι θα στεγνώσουν. Αυτοί όμως πού αλωνίζουν τι θα γίνουν;
Πονάτε γι' αυτούς, για να κάνετε καμιά ευχή; Ή πέφτουν κεραυνοί- ζήτημα πέντε-έξι
ψυχές να θυμηθούν τους καημένους τους γεωργούς ή αυτούς πού έχουν θερμοκήπια. _εν
σκέφτεται δηλαδή τον άλλον ό άνθρωπος, δεν βγαίνει από τον εαυτό
του, άλλα
γυρίζει συνέχεια γύρω από τον εαυτό του. Όταν όμως γυρίζει γύρω από τον εαυτό του,
κέντρο έχει τον εαυτό του· δεν έχει τον Χριστό. Είναι έξω από τον άξονα πού
είναι ό Χριστός. Για να φθάσει να σκέφτεται τον άλλον, πρέπει ό νους του πρώτα
να είναι στον
Χριστό. Τότε
σκέφτεται και τον πλησίον και μετά σκέφτεται και τα ζώα και όλη την φύση. Έχει
τον σταθμό του ανοιχτό και, μόλις πάρει το μήνυμα, τρέχει να βοηθήσει. Ά ν ό νους
του δεν είναι στον Χριστό, δεν δουλεύει ή καρδιά του, γι' αυτό δεν αγαπάει ούτε
τονΧριστό ούτε τον συνάνθρωπο του, πόσο μάλλον την φύση, τα ζώα, τα δένδρα, τα
φυτά.
Έτσι όπως
κινείσθε, πού να φθάσετε στο σημείο να έχετε επικοινωνία με τα ζώα, με τα πουλιά!
Αν πέσει κανένα πουλί από την σκεπή, θα το ταΐσετε. Αν δεν πέσει από την σκεπή,
δεν σκέφτεσθε να το ταΐσετε. Εγώ βλέπω τα πουλιά· λέω «θέλουν τάϊσμα, τα
καημένα»·
ρίχνω ψίχουλα
κ.λπ., βάζω και νεράκι να πιούν. Βλέπω άρρωστα κλαδιά στα δένδρα· αμέσως
σκέφτομαι να τα κόψω, για να μην κολλήσουν και τα άλλα. Ή χτυπάει μία πόρτα, ένα
παράθυρο, πάει εκεί ό νους μου. θα ξεχάσω τον εαυτό μου, αν μού χρειάζεται κάτι,
άλλα θα κοιτάξω την πόρτα, το παράθυρο, να μη σπάσει, να μη γίνει καμμιά ζημιά.
Παρεμπιπτόντως
σκέφτομαι για μένα. Και αν κανείς σκέφτεται και πονάει για τα δημιουργήματα, πόσο
μάλλον θα σκέφτεται τον _ημιουργό τους! Αν δεν κινείται έτσι ό άνθρωπος, πώς να
συντονισθεί με τον θεό;
Έπειτα, και
όταν βγαίνετε έξω, ρίξτε καμμιά ματιά γύρω. Μπορεί κάποιος έστω και από
απροσεξία ή από κακότητα - εύχομαι κανείς να μην κάνη κακό - κάτι να πετάξει και
να βάλει φωτιά· γι' αυτό ρίξτε μία ματιά. Και αυτό στα πνευματικά ανήκει, γιατί
και αυτό το βλέμμα έχει αγάπη. Εγώ βγαίνω έξω από το Καλύβι, ρίχνω μία ματιά
προς τα
κάτω, μία
ματιά προς την σκεπή, να δω μήπως μυρίζει καμένο. Άλλο αν έχεις τέτοια πίστη
πώς, αν πιάσει φωτιά και κάνης προσευχή, θα σβήσει ή φωτιά. Διαφορετικά, πρέπει
να ενεργήσεις. Ή, όταν ακούω κρότο, προσέχω να δω τι είναι· πυροβόλο; άσκηση
κάνουν;
φουρνέλλο; Ένα
και ένα ό νους μου πηγαίνει εκεί, για να κάνω κομποσχοίνι. Όποιος αδιαφορεί για
τον εαυτό του, από αγάπη προς τους άλλους, το μεγάλο ενδιαφέρον του Θεού
βρίσκεται μαζί του, και όλοι οι άνθρωποι ενδιαφέρονται γι' αυτόν.
Άλλα ή
σημερινή γενιά είναι ή γενιά της αδιαφορίας! Οι περισσότεροι μόνο για
παρελάσεις είναι! Μην τους πεις, αν συμβεί κάτι, να αμυνθούν! Τώρα όμως και παρελάσεις
δεν θέλουν! Παλιότερα πήγαιναν στις παρελάσεις, άκουγαν και ένα εμβατήριο, κάτι
μέσα τους σκιρτούσε! Σήμερα υπάρχει ένα ρεμπελιό σε μας τους Έλληνες. Βέβαια
άλλοι
λαοί είναι
ακόμη χειρότερα, γιατί δεν έχουν ιδανικά. Βλέπεις, οι Έλληνες μπορεί να έχουν
ένα σωρό κουσούρια, άλλα έχουν και ένα δώρο από τον Θεό, το φιλότιμο και την
λεβεντιά όλα τα πανηγυρίζουν. Οι άλλοι λαοί ούτε στα λεξικά τους δεν έχουν
αυτές τις λέξεις.
Αγνοία δεν
δικαιολογείται.
-Μήπως, Γέροντα,
μερικοί είναι αδιάφοροι, επειδή έχουν άγνοια;
-Τι άγνοια; Να
σού πω μιά άγνοια; Φιλόλογος από την Χαλκιδική δεν ήξερε τι είναι το Άγιον Όρος.
Ένας Γερμανός δάσκαλος τού μίλησε για το Άγιον Όρος και ήρθαν μαζί. Ό Γερμανός
ήξερε ακόμη καί πόσα μοναστήρια υπάρχουν στο Άγιον Όρος. Και παρόλο πού ήταν
Προτεστάντης, ήξερε καί τι άγια Λείψανα υπάρχουν, πού βρίσκονται κ.λπ. Αυτή ή
άγνοια δικαιολογείται; Άλλος από την Αμερική είπε σε κάποιον από την Χαλκιδική να’ρθει
για ένα πρόβλημα του να τον βοηθήσω. Από την Αμερική! Να σας πω καί κάτι ακόμη.
Ήρθε ένας στο Καλύβι πού ήταν από την Φλώρινα. «Μέσα από την Φλώρινα, τού
λέω, είσαι;».
«Ναι, από μέσα», μού λέει. «Εσείς εκεί έχετε καί καλό μητροπολίτη», τού λέω.
«Σε ποια
ομάδα παίζει;», μου λέει. Αυτός νόμιζε ότι ήταν ποδοσφαιριστής! Ήταν
προσηλωμένος στο
ποδόσφαιρο. Ούτε τον δεσπότη ήξερε τουλάχιστον τον Καντιώτη τον ξέρουν. Αυτά
δεν δικαιολογούνται.
Όχι, άγνοια
δεν δικαιολογείται σήμερα στον κόσμο. Λείπει ή καλή διάθεση, το φιλότιμο. Εκείνος
πού έχει καλή διάθεση για να γνωρίσει τον Χριστό, θα Τον γνωρίσει. Θα πάρει
στροφή. Και αν δεν βρεθεί ούτε ένας θεολόγος ούτε ένας καλόγερος, και δεν
ακούσει τον λόγω του Θεού, άμα έχει καλή διάθεση, θα πάρει στροφή ή από ένα
φίδι ή από ένα
θηρίο ή από
μια αστραπή, από έναν κατακλυσμό, ή από κάποιο άλλο γεγονός. Θα τον οικονομήσει
ό Θεός. Ένα παιδί αναρχικό είχε πάει στην Γερμανία. Εκεί το έκλεισαν σε αναμορφωτήριο,
γιατί είχε μπλέξει με ναρκωτικά κ.λπ. δεν είχε βοηθηθεί από πουθενά.
Στο
αναμορφωτήριο του έδωσε κάποιος ένα Ευαγγέλιο. Το διάβασε και άλλαξε αμέσως.
«Θα πάω στην
Ελλάδα, είπε· εκεί είναι ή Ορθοδοξία». Γύρισε στο χωριό του. Οι συγγενείς του
βάλθηκαν να τον παντρέψουν. Τον πάντρεψαν απέκτησε καί ένα παιδάκι. διάβαζε το Ευαγγέλιο,
πήγαινε στην Εκκλησία, τηρούσε τις αργίες. Οι άλλοι πού τον έβλεπαν να ζει
έτσι έλεγαν:
«Αυτός, για να διάβαση Ευαγγέλιο, πάσχει, τρελλάθηκε»! Μετά από λίγο τον εγκατέλειψε
καί ή γυναίκα του· πήρε μαζί της καί το παιδάκι. Όταν έφυγε ή γυναίκα του, εκείνος
άφησε όλα όσα είχε στο χωριό, χωράφια, τρακτέρ κ.λπ. καί πήγε στις σπηλιές καί
ασκήτευε. Ένας
Πνευματικός όμως τού είπε: «Πρέπει να βρεις την γυναίκα σου, να συνεννοηθείτε, καί
ύστερα να αποφασίσεις τι θα κάνης». Ξεκίνησε λοιπόν να πάει στην Θεσσαλονίκη, για
να βρει την γυναίκα του. Πίστευε ότι, αφού έτσι τού είπε ό Πνευματικός, θα τού
την παρουσίαση ό Χριστός. Στην Θεσσαλονίκη δεν την παρουσίασε
την γυναίκα
του ο Χριστός. Έν τω μεταξύ, βρήκε κάτι Γερμανούς, τους κατήχησε· ό ένας βαπτίσθηκε.
Αυτοί τού έβαλαν τά ναύλα καί πήγε στην Αθήνα. Ούτε εκεί τού την παρουσίασε.
Τού έβαλαν
πάλι τά ναύλα καί πήγε στην Κρήτη. Έπιασε Εκεί μιά δουλειά καί πήγε σε έναν Πνευματικό.
Εκείνος, όταν άκουσε το πρόβλημα του, τού είπε: «Μήπως ή γυναίκα σου καί το
παιδάκι είναι
έτσι καί έτσι; Εδώ κάπου δουλεύει μιά γυναίκα. δεν έχει πολύ καιρό πού ήρθε». Καί
τού περιέγραψε πώς ήταν αυτή ή γυναίκα. «Αυτή πρέπει να είναι», λέει. Την ειδοποίησε
ό Πνευματικός. Εκείνη, μόλις τον είδε, τά έχασε. «Με μάγια με βρήκες, του είπε.
Μάγος είσαι».
Καί τον άφησε και έφυγε, πριν προλάβει να της μιλήσει. Την έχασε πάλι.
Έμαθε καί για
μένα και ήρθε στο Καλύβι. Χτύπησε μια φορά καί περίμενε. Τραβήχθηκε στην άκρη
καί, ώσπου να ανοίξω, έκανε μετάνοιες. Φορούσε κάτι παλιά ρούχα. Μού τά
διηγήθηκε όλα. Είχα μερικά ξερά σύκα καί τού έδωσα. «Θέλεις σύκα;», τού λέω. «δεν
έχω
δόντια», μού
λέει. «Καί εγώ δεν έχω», τού λέω. «Έσύ πονάς; με ρωτάει. Έγώ πονώ. Μέσα από τον
πόνο βγαίνει ή χαρά τού Χριστού», μού λέει. «Θέλεις καμμιά φανέλλα;», τον ρωτάω.
«Έχω δυό, μού λέει. Αν ζεστάνει ό καιρός, θα την δώσω την μία». «Κοίταξε, του λέω,
μέχρι να ξεκαθαρίσεις καί να συνεννοηθείς με την γυναίκα σου, να προσέξεις την
υγεία σου, γιατί
έχεις ευθύνη καί για το παιδάκι». Τέτοια αυταπάρνηση! Τέτοια πίστη! δεν ήταν
ούτε είκοσι επτά χρονών. Πού να είχε γνωρίσει αυτός την μοναχική ζωή! Άγνοια τελεία
είχε, άλλα είχε καλή διάθεση καί ό Θεός τον βοήθησε καί προχώρησε βαθιά ευαγγελικά.
Γι' αυτό λέω
ότι άγνοια δεν δικαιολογείται με τίποτε σήμερα. Μόνον αν είναι κανείς λειψός ή
μικρό παιδί, δικαιολογείται να έχει άγνοια. Αλλά καί τά μικρά παιδιά σήμερα
είναι σπίρτα! Άμα θέλει κανείς, υπάρχουν πολλές δυνατότητες, για να γνωρίσει την
αλήθεια.


