Ὁ Ἅγιος παπᾶ – Τύχων ὁ Ρῶσσος ἐρημίτης της Καψάλας – Ἐκοιμήθη στὶς 10 Σεπτεμβρίου 1968.
Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης:
Τὴν προτελευταία ἡμέρα μου εἶχε πεῖ ὁ Γέροντας:
–Αὔριο θὰ πεθάνω καὶ θέλω νὰ μὴ κοιμηθῇς, γιὰ νὰ σὲ εὐλογήσω.
Ἐγὼ τὸν λυπόμουνα ἐκεῖνο τὸ βράδυ, ποὺ κουραζόταν, γιατί συνέχεια τρεῖς ὧρες εἶχε τὰ χέρια του ἐπάνω στὸ κεφάλι μου, μὲ εὐλογοῦσε καὶ μὲ ἀσπαζόταν γιὰ τελευταία φορά. Γιὰ νὰ ἐκφράση καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη του γιὰ τὸ λίγο νερὸ ποῦ τοῦ εἶχα δώσει στὰ τελευταῖα του, μοῦ ἔλεγε:
–Γλυκό μου Παΐσιο, ἐμεῖς, παιδί μου, θὰ ἔχουμε ἀγάπη εἰς αἰῶνας αἰώνων, ἡ ἀγάπη εἶναι ἀκριβὴ ἡ δική μας. Ἐσὺ θὰ κάνης εὐχὴ ἀπὸ ἐδῶ, καὶ ἐγὼ θὰ κάνω ἀπὸ τὸν Οὐρανό. Πιστεύω ὅτι θὰ μὲ ἐλεήση ὁ Θεός, γιατί ἑξῆντα χρόνια, παιδί μου, Καλόγηρος, συνέχεια ἔλεγα Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Ἔλεγε ἐπίσης:
–Ἐγὼ θὰ λειτουργῶ πιὰ στὸν Παράδεισο. Ἐσὺ νὰ κάνης εὐχὴ ἀπὸ ἐδῶ, καὶ ἐγὼ θὰ ἔρχομαι κάθε χρόνο νὰ σὲ βλέπω. Ἐὰν ἐσὺ θὰ καθήσης στὸ Κελλὶ αὐτό, ἐγὼ θὰ ἔχω χαρά, ἀλλὰ ὅπως ὁ Θεὸς θέλει, παιδί μου. Σοῦ ἔχω καὶ κουμπάνια, γιὰ τρία χρόνια κονσέρβες, καὶ μοῦ ἔδειχνε, δίπλα, ἕξι μικρὰ κουτιὰ σαρδέλες καὶ ἄλλα τέσσερα κουτιὰ καλαμάρια, ποῦ τὰ εἶχε φέρει κάποιος ἀπὸ καιρό, καὶ ἔμειναν στὴν ἴδια θέση, ὅπου τὰ εἶχε ἀφήσει ὁ ἐπισκέπτης τότε. (Γιὰ μένα αὐτὲς οἱ κονσέρβες δὲν ἔφθαναν οὔτε γιὰ μιὰ ἑβδομάδα).

